Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

Η σονάτα του σεληνόφωτος




Καλησπέρα σας!! Καλά Χριστούγεννα να έχετε και Χρόνια Πολλά με υγεία και ευτυχία! Αυτή την φορά θα σας παρουσιάσω κάτι άλλο! Φέτος, άρχισα να αγαπώ, μέσα από το μάθημα των κειμένων- ακούτε κύριε Μάνεση-, την ποίηση και άρχισα να ασχολούμαι περισσότερο, πήγα στο Ίδρυμα Ευγενίδου και πήρα μια στοίβα βιβλία με ποίηση! Πέρσι όμως το καλοκαίρι, είχα την πρώτη μου "γνωριμία" με τον Γιάννη Ρίτσο μέσα από μια παράσταση που είδα την "Σονάτα του σεληνόφωτος." Μπορώ να πω πως τον ερωτεύτηκα τον Ρίτσο και την σονάτα του και μάλιστα μπορεί κάποιοι να το έχετε καταλάβει γιατί έχω μια υστερία με αυτόν.. Η σονάτα θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι ένα κάπως αλλόκοτο ποίημα, αλλά για μένα αυτό είναι που το κάνει ξεχωριστό.Λοιπόν θα ήθελα να σας δείξω τα μέρη που με έκαναν να αγαπήσω αυτό το ποίημα..

(Ανοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μία ηλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στα μαύρα μιλάει σ' έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ' τα δυο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η γυναίκα με τα μαύρα έχει εκδώσει δυο-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα μαύρα μιλάει στον νέο.)






Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται
που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου


Όταν έχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια - δε θέλω να τ' ακούσω. Σώπα.


Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.






Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. Άφησέ με,
γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, έμεινα μόνη
ανένδοτη, μόνη και πάναγνη,
ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη,
γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού,
στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μείνουνε σα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο
πέρα απ’ τη ζωή μου και τη ζωή σου, πέρα πολύ. δε φτάνει.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.


Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.
Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.
Πρέπει πάντα να προσέχεις,
να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ
να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι
να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες
να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου
να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ’ το δοκάρι που κρέμασε.
Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δεν τολμάς να τ’ ανοίξεις.
Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν αντέχω.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι, παρ’ όλους τους νεκρούς του, δεν εννοεί να πεθάνει.
Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του
να απ’ τους νεκρούς του
να ζει απ’ τη βεβαιότητα του θανάτου του
και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του σ’ ετοιμόρροπα κρεβάτια και ράφια.
Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.


Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου.
Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να ‘ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε.
Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι
δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα;



«Α, φεύγεις; Καληνύχτα.» Όχι, δε θα ‘ρθω. Καληνύχτα.
Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί επιτέλους, πρέπει
να βγω απ' αυτό το τσακισμένο σπίτι.
Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, - όχι, όχι το φεγγάρι –
την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου,
την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της
την πολιτεία που όλους μας αντέχει στην ράχη της
με τις μικρότητές μας, τις κακίες, τις έχτρες μας,
με τις φιλοδοξίες, την άγνοια μας και τα γερατειά μας,-
ν' ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας,
να μην ακούω πια τα βήματά σου
μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα.

(Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θα ‘κρυβε το φεγγάρι. Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μία πολύ γνώστη μουσική φράση. Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η «Σονάτα του Σεληνόφωτος», μόνο το πρώτο μέρος. Ο νέος θα κατηφορίζει τώρα μ' ένα ειρωνικό κ' ίσως συμπονετικό χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ' ένα συναίσθημα απελευθέρωσης. Όταν θα φτάσει ακριβώς στον Αϊ-Νικόλα, πριν κατεβεί τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει, -ένα γέλιο δυνατό, ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ' ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω απ' το φεγγάρι. Ίσως το μόνο ανάρμοστο να ‘ναι το ότι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο. Σε λίγο, ο Νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και θα πει «η παρακμή μίας εποχής». Έτσι, ολότελα ήσυχος πια, θα ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του. Όσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ' το σπίτι. Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Και στις γωνιές του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; το ραδιόφωνο συνεχίζει.)

Εσάς ποια είναι τα αγαπημένα σημεία σας στην Σονάτα; Μοιραστείτε μαζί μας σκέψεις, απόψεις και κριτικές! :) Και απολαύστε και το υπόλοιπο ποίημα σε απαγγελία του τεράστιου Γιάννη Ρίτσου.



12 σχόλια:

  1. http://www.youtube.com/watch?v=tK2V0gooAdM
    (η σονάτα του σεληνόφωτος σε νότες του Beethoven)

    Θυμάμαι και γω πόσο μου άρεσε στην πρώτη μου γνωριμία μαζί της κάπου στη Α λυκείου όταν το βλέπαμε ως παράλληλο σε κάποιο άλλο ποίημα, μα στην Γ που ήταν και στην ύλη μας για τις Πανελλαδικές την αγάπησα πιο πολύ.

    Σίγουρα οι αγαπημένοι στίχοι είναι αυτοί που αναγράφονται στην εικόνα που παραθέτεις όπως επίσης και οι:
    «η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
    τόσο αδιάφορη κι αϋλη,
    τόσο θετική σαν μεταφυσική
    που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
    πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κ' η φθορά του.»

    «- ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς ό,τι θαυμάζεις,
    σου φθάνει ο θαυμασμός σου, -» (μοναδική διαπίστωση!)

    «και βλέπω τις φυσαλίδες απ’ την ανάσα μου ν’ ανεβαίνουν, ν’ ανεβαίνουν
    και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντας τες
    κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες,
    τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;

    Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί,
    στο βάθος του πνιγμού,
    κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,
    απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά και μελλούμενα,
    μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,
    κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,
    μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη,
    κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια
    μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω – όχι, τα δίνω
    μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν – πάντως εγώ τα δίνω.» (ανεπανάληπτη παρομοίωση για την Τέχνη, θυμάμαι πόση εντύπωση μου προκάλεσε - και τώρα ακόμη-)

    Αυτά από μένα. Τι να πρωτοξεχωρίσεις;! Δύσκολα μας βάζεις...

    Μα τι όμορφο πράγμα να έχεις έναν καθηγητή να σε εμπνέει;

    τα φιλιά μου τάξη!!!


    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ναι είναι πολύ σημαντικό να έχεις ένα καθηγητή να σου δίνει ερεθίσματα και να σου γνωρίζει νέα συναισθήματα και να "ανοίγει" νέα παράθυρα στον ψυχικό σου κόσμο.Ευχαριστούμε για το λινκ! Είναι υπέροχη μελωδία όσο και το ποίημα του Ρίτσου μας! :)

      Διαγραφή
  2. Διαβάζοντάς το αμέσως σκέφτηκα τον παππού μου που παρόλο που έχει 3 παιδιά, η ζωή του τα έφερε έτσι ώστε να ζει μόνος του και μακριά από αυτά. Θυμήθηκα όλες εκείνες τις φορές που πήγαμε να τον επισκεφτούμε ( δυστυχώς μόνο τα καλοκαίρια ). Θυμήθηκα πόσο πολύ χαιρόταν όταν μας έβλεπε και ήταν τέτοια η χαρά του που οι λέξεις αδυνατούν να τη περιγράψουν ! Ύστερα θυμήθηκα την λύπη του όταν ερχόταν η ώρα του αποχαιρετισμού. Κάθε φορά προσπαθούσε να τη κρύψει για να μην μας στεναχωρήσει, μάταια όμως, αισθανόμουν το κενό που ένιωθε ( ίσως γιατί το ένιωθα και εγώ ). Έπειτα συλλογίζομαι πως δεν είναι μόνο ο παππούς μου που ζει μόνος του. Υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι που διψούν για ζωή αλλά το σώμα τους πια δεν τους το επιτρέπει. Για αυτό λοιπόν με αφορμή αυτό το ποίημα και το γενικό κλίμα αγάπης που επικρατεί αυτές τις μέρες ( αν και θα έπρεπε να επικρατεί όλες τις μέρες ) ας σκεφτούμε λίγο αυτούς τους ανθρώπους που παλεύουν κάθε μέρα, που αισθάνονται ευγνωμοσύνη μόνο και μόνο επειδή τους παραχώρησες τη θέση σου στο λεωφορείο ή επειδή τους βοήθησες να διασχίσουν τον δρόμο και ας τους βοηθήσουμε με τον δικό μας τρόπο ο καθένας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ε, να μη σε καλωσορίσω, βρε Ένυ;;

      Πολύ ωραία αυτά που μας λες και μοιραζόμαστε., Σκέφτομαι πως το κάθε κείμενο, το κάθε έργο τέχνης μπορεί να έχει, και συνήθως έχει, πολλούς άξονες. Να, εσύ τώρα, πήρες το θέμα της μοναξιάς ενός μεγάλου ανθρώπου και το ακούμπησες με τόση τρυφερότητα στον παππού σου.

      Και τι ωραίο και αυτό που έγραψες: " Υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι που διψούν για ζωή αλλά το σώμα τους πια δεν τους το επιτρέπει"..

      ..Και πόσο χαίρομαι όταν ένα ποίημα που μοιραζόμαστε φτάνει να μας πάει σ' αυτές τις σκέψεις..
      ..Και, ακόμα, πόση θα ήταν η χαρά αν κι η τελευταία σου σκέψη ( "ας τους βοηθήσουμε ο καθένας με τον δικό μας τρόπο ο καθένας" ) γινόταν κάτι ομαδικό που θα το αναλαμβάναμε όλοι μαζί. ( Σαν τι; Έχετε κάποια ιδέα; Κάντε κάποια πρόταση!)

      Να είσαι καλά, Ένυ.

      Διαγραφή
  3. Τι ωραία η ανάρτησή σου, Αναστασία!

    Όταν κάναμε τις "μέρες Ρίτσου" στην τάξη, η αλήθεια είναι πως δεν ήξερα τι να πρωτοκάνουμε. Τη Σονάτα την "επιβάλατε" να την ακούσουμε στην τάξη εσύ και 2-3 άλλα παιδιά. Οφείλω επίσης να πω ότι τόσο εσύ όσο και η Ειρήνη Κ. που τη διαβάσατε, μας χαρίσατε υπέροχες στιγμές. ( Λογικό, καθώς πέρα από την ευαίσθητη ματιά σας στο ποίημα και τα ταλέντα σας, είχατε δάσκαλο στην απαγγελία τον ίδιο τον ποιητή με την απαγγελία του..)

    Λοιπόν, να σου πω και 'γω κάποιους στίχους που, λόγω ηλικίας, μπορεί να τους "καταλαβαίνουμε" διαφορετικά: " κι ούτε έχει σημασία που ασπρίσαν τα μαλλιά μου,/( δεν είναι τούτο η λύπη μου - η λύπη μου / είναι που δεν ασπρίζει κι η καρδιά μου)."

    Αυτά τα άτιμα παιχνίδια που μας σκαρώνει ο χρόνος, καθώς μας περνάει, και καθώς το δικό μας εσωτερικό ρολόι δε λέει να συμβιβαστεί μαζί του, να μας βοηθήσει στη φυσική προσαρμογή..

    Εντάξει, εντάξει, να μη βάζω δύσκολα θέματα. Να πω μόνο ότι χάρηκα πολύ τόσο στην τάξη όσο και εδώ το γεγονός ότι συναντηθήκαμε με τη Σονάτα κι ότι είχατε πολλά να δείτε, να ξεχωρίσετε, να "πάρετε" απ' αυτή.

    Το ευχαριστώ μου για τη συμμετοχή῎ συμβολή σου σ'αυτή τη συνάντηση - και λίγο είναι:-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

      Διαγραφή
    2. Σας ευχαριστώ πολύ και ευχαριστώ επίσης που μου επιτρέψατε να απαγγείλω έστω και λίγο από το αγαπημένο μου ποίημα και ελπίζω να σας μετέφερα με την απαγγελία μου, την αγάπη και τα συναισθήματα που μου "ξυπνάει" αυτό το ποίημα! :)

      Διαγραφή
  4. Ήταν μια βραδιά του Αυγούστου, το 2010 θαρρώ, βραδιά με το μεγαλύτερο φεγγάρι και λίγοι τρελαμένοι ονειροπόλοι κάνουμε μια βραδιά ποίησης στο ονειρεμένο τόπο της Παναγίας στον Πολύγυρο.
    Όταν ήρθε η ώρα της Χαρούλας Όρη να μας παρουσιάσει την Σονάτα σαν θεατρικό μονόλογο, τα πάντα άλλαξαν μέσα στο δάσος με τις τεράστιες βελανιδιές.
    Μαγεμένοι ρουφούσαμε κάθε στίχο του υπέροχου ποιήματος. Ακόμη αισθάνομαι την ανατριχίλα που ένιωσα εκείνη την ώρα.
    Έχω στο αρχείο μου μαγνητοσκοπημένη την βραδιά, δυστυχώς όμως δεν είναι ψηφιακή για να έχω την δυνατότητα άμεσης κοινοποίησης.
    Η ανάρτησή σας όμως, μου δίνει το έναυσμα να το κάνω.
    Δεν είμαι σε θέση να απαντήσω σε κανένα ερώτημα. Το μόνο που θα πω, πως είμαι ευγνώμων για την υπέροχη θύμηση που μου χαρίσατε.
    Ίσως στην επόμενη επίσκεψη να τα καταφέρω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ανάλογες στιγμές, Βαγγέλη, ζήσαμε κι εμείς στην τάξη. Είναι οι στιγμές που σου προσφέρουν ένα δυνατό χαμόγελο, καθώς ξέρεις πως για λίγο νικήθηκε η ρουτίνα και το άχρωμο..

      Διαγραφή
  5. Να ευχηθώ και εγώ με τη σειρά μου Χρόνια Πολλά και να πω ένα μπράβο στην Αναστασία που ανέβασε τη Σονάτα μιας και είναι από τα πολύ ωραία έργα του Ρίτσου και μου αρέσει πάρα πολύ.
    Τώρα όσο αναφορά μερικούς στίχους που μου αρέσουν ιδιαίτερα είναι :
    -Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
    μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
    Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
    Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.
    -Ξέρεις καμιά φορά θαυμάζοντας ξεχνάς ότι θαυμάζεις
    Και τέλος: δεν είναι τούτο η λύπη μου, η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κι η καρδιά μου (Εδώ φαίνεται καθαρά η φθορά που προκαλεί ο χρόνος, διότι είναι αμέτρητες οι φορές που οι άνθρωποι θέλουν να κάνουν αρκετά πράγματα και λόγω της ηλικίας-το σώμα τους δεν τους το επιτρέπει παρόλο που έχουν τόση θέληση έτσι δυστυχώς όλα αυτά που επιθυμούν μένουν ανεκπλήρωτα. Αυτό βέβαια που σκέφτομαι είναι ότι πολλές φορές δεν έχει σχέση απόλυτα με την γήρανση που προκαλεί ο χρόνος αλλά και με το τι προστάζει κάθε ηλικία εννοώντας ότι οι άνθρωποι δεν εκφράζονται όπως θέλουν η δεν κάνουν πράγματα τα οποία θέλουν διότι «δεν ταιριαζει στην ηλικία τους» και έτσι περνάει ο χρόνος χωρίς να αξιοποιούν τις στιγμές ..Όπως προανάφερε και ο κύριος Μάνεσης για τα άτιμα παιχνίδια που κάνει ο χρόνος θα συμφωνήσω απόλυτα και πράγματι αφου ένα από όλα είναι ότι περνάει πολύ γρήγορα..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ πολύ Μαρία που μοιράστηκες μαζί μου τις σκέψεις και τις απόψεις σου πάνω στην σονάτα! Καλό υπόλοιπο σου εύχομαι! :)

      Διαγραφή
    2. Μαρία, υποκλίνομαι!

      Αναφέρομαι σ'αυτά που τόσο εύστοχα παρατηρείς, όταν γράφεις πως " πολλές φορές δεν έχει σχέση απόλυτα με την γήρανση που προκαλεί ο χρόνος αλλά και με το τι προστάζει κάθε ηλικία εννοώντας ότι οι άνθρωποι δεν εκφράζονται όπως θέλουν η δεν κάνουν πράγματα τα οποία θέλουν διότι «δεν ταιριάζει στην ηλικία τους».

      Νομίζω κι εγώ πως έτσι ακριβώς είναι. Η ζωή πολλές φορές είναι, βλέπεις, ένα παιχνίδι ρόλων ( το κουβεντιάζαμε και στην τάξη, θυμάσαι;) και χρειάζονται γενναίες υπερβάσεις για να φτάσεις στην αλήθεια σου.

      Φτάνουμε συχνά στο σημείο που αναφέρεις: Να περνάει ο χρόνος και να μην αξιοποιούμε τις στιγμές.
      Ευκαιρία να ξαναθυμηθούμε τον Καβάφη εδώ, με το Γέρο του:

      " Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος
      σκυμένος στο τραπέζι κάθετ' ένας γέρος•
      με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.
      Και μες στων άθλιων γηρατειών την καταφρόνεια
      σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια
      που είχε και δύναμι, και λόγο, κ' εμορφιά.
      Ξέρει που γέρασε πολύ• το νοιώθει, το κυττάζει.
      Κ' εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει
      σαν χθές. Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό.
      Και συλλογιέται η Φρόνησις πώς τον εγέλα•
      και πώς την εμπιστεύονταν πάντα - τι τρέλλα! -
      την ψεύτρα που έλεγε• «Αύριο. Εχεις πολύν καιρό.»
      Θυμάται ορμές που βάσταγε• και πόση
      χαρά θυσίαζε. Την άμυαλή του γνώσι
      κάθ' ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει.
      ... Μα απ' το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται
      ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται
      στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι."

      ( Τώρα, Μαρία, ποιος μας λέει τι είναι αυτό κάθε φορά που ταιριάζει στην ηλικία/ρόλο μας, είναι κι αυτό ένα ενδιαφέρον ερώτημα, ε; )

      Καλό βράδυ

      Διαγραφή

γράψτε μας κάτι