Σάββατο, 26 Απριλίου 2014

Το έργο ενός συγγραφέα, ένα σύμπαν ολόκληρο


Ένας κολομβιανός συγγραφέας, ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, πριν λίγες μέρες πεθαίνει και το γεγονός αυτό γίνεται πρώτη είδηση στα ΜΜΕ όλου του κόσμου.
            Παγκόσμια συγκίνηση. Εκατομμύρια κόσμου θρηνεί, διάσημοι και άσημοι μιλάνε γι’ αυτόν με τρυφερότητα και έντονη συγκίνηση. Οι κυβερνήσεις της Κολομβίας αλλά και του Μεξικού (ζούσε εκεί πάνω από 50 χρόνια) αναλαμβάνουν από κοινού τη νεκρώσιμη τελετή, όπου τον αποχαιρετούν οι πρόεδροι των δύο χωρών. Τριήμερο εθνικό πένθος στην Κολομβία, μεσίστιες οι σημαίες στα δημόσια κτίρια. Συλλυπητήρια από τον πρόεδρο των ΗΠΑ και εκατοντάδων άλλων χωρών. Δηλώσεις, αποτιμήσεις του έργου του, εκδηλώσεις λατρείας, χιλιάδες κίτρινα τριαντάφυλλα, που ήταν τα αγαπημένα του – πώς το ‘ξεραν τόσοι; - αποθέτουν στην τεφροδόχο του, ακουμπούν στα μέρη που πέρασε, έζησε, αγάπησε.

            Κι όμως. Ήταν «μόνο» ένας συγγραφέας. Ένας άνθρωπος που έγραφε ιστορίες, παραμύθια, όπως υποτιμητικά λένε καμιά φορά.
            Δεν ξέρω αν εξηγείται αλλιώς. Φαίνεται πως μπορεί να γίνει τεράστια η δύναμη που κρύβουν κάποιες απ’ αυτές τις ιστορίες. Φαίνεται πως μπορούν να καθρεφτίζουν την ίδια μας την ψυχή, να νοηματοδοτούν τον κόσμο μας, να θρέφουν τα όνειρα και να μας προσφέρουν τον ουρανό που ζητάμε για να ζήσουμε. Φαίνεται πως προσφέρουν το ευ ζην.
            Καθώς βλέπω στις ειδήσεις τους επίσημους και τους πολιτικούς  να βγάζουν λόγους για το μεγάλο συγγραφέα, κρυφά και πονηρά του κλείνω το μάτι. Δε χρειάζεται να του το πω, το ξέρει.  Νικάμε, Γκάμπο, υποκλίνονται στις ιστορίες, υποκλίνονται στα παραμύθια, σαν την ηλιαχτίδα πάνω στα  σκεπάσματα η ομορφιά: κανένα δεν μπορεί να τη σκεπάσει.


( Εσείς; Θα μπορούσατε να εξηγήσετε αλλιώς την τεράστια θέση που μπορεί να πάρει στις καρδιές εκατομμυρίων ανθρώπων ένας άνθρωπος που απλώς γράφει ιστορίες;)

Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

Γιορτή αγάπης



Πάσχα, λοιπόν, γιορτή αγάπης. Και γίνεται τόσο γόνιμη, όταν τα ωραία λόγια κι οι ευχές γίνονται πράξη.
Δείτε: Ο καλός διαδικτυακός φίλος από τη Θεσσαλονίκη και, τρόπον τινά, συμμαθητής μας, ο Επίκουρος ( Βαγγέλης Μίχος) το Μεγάλο Σάββατο κρέμασε  σε δέντρα της παραλίας της πόλης δωράκια-βιβλία με ποιήματα. Προσεκτικά συσκευασμένα, για να αντέχουν τις κακουχίες του καιρού (και των ανθρώπων;), με  σκεπτικό τη χαρά που γεύτηκε ο ίδιος ως αναγνώστης τους να τη γευτούν και οι άλλοι, 
τη χαρά της απαλλαγής από την αίσθηση ιδιοκτησίας που μας έχει γίνει βραχνάς,  
τη μοιρασιά της ομορφιάς, με πρόθεση, όπως ο ίδιος γράφει: 
" να γίνουμε συνδημιουργοί ενός κλίματος που θα συμβάλει στην αναζήτηση νέων δρόμων στη ζωή μας", γιατί
 "μια κοινωνία που θα ενώνεται με τα δεσμά των στίχων ποιημάτων 
δεν μπορεί να είναι παρά μόνο μια κοινωνία της ευαισθησίας και της ανθρωπιάς" 




Τι λέτε; Εκτός από μια πρωτοβουλία αξιέπαινη δεν είναι και μια ωραία ιδέα για δράση; 

Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

Φεύγεις πάνω στην άνοιξη, Άνοιξή μου γλυκιά



Ας μην πρωτοτυπήσουμε σήμερα. Ας δούμε ένα ποίημα που εστιάζει στην ανθρώπινη πλευρά τού θείου δράματος.Το ποίημα  "Η μάνα του Χριστού", του Κώστα Βάρναλη, με ιδιαίτερη ευαισθησία αφουγκράζεται το θρήνο της μάνας. Μιας μάνας που στην κορύφωση της απελπισίας της για το χαμένο παιδί της περνάει από το μυαλό της η σκέψη πως " σαν και τ’ άλλα σου αδέρφια να σ’ είχα γεννήσει /  κι από δόξες αλάργα κι αλάργ’ από μίση!" και πως, αν ο γιος της δεν ήταν αυτός που ήταν, θα είχε κάνει μια ήσυχη ζωή μέχρι τα βαθιά γεράματά του. 
Λόγια της στιγμής του θρήνου, λόγια που υπαγορεύει η τρέλα της απώλειας του μονάκριβου παιδιού της. ("Αχ! Δεν ξέρει, τί λέει το πικρό μου το στόμα! / Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σ’ έμαθ’ ακόμα!) : 



Η μάνα του Χριστού

Κώστα Βάρναλη

Πώς οι δρόμοι ευωδάνε με βάγια στρωμένοι,
ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρω μπαξέδες! 
Η χαρά της γιορτής όλο πιότερο αξαίνει 
και μακριάθε βογκάει και μακριάθε ανεβαίνει.

 Τη χαρά σου, Λαοθάλασσα, κύμα το κύμα, 
των αλλώνε τα μίση καιρό τηνε θρέφαν 
κι αν η μαύρη σου κάκητα δίψαε το κρίμα,
νά που βρήκε το θύμα της, άκακο θύμα!

Α! πώς είχα σα μάνα κι εγώ λαχταρήσει 
(ήταν όνειρο κι έμεινεν, άχνα και πάει) 
σαν και τ’ άλλα σου αδέρφια να σ’ είχα γεννήσει 
κι από δόξες αλάργα κι αλάργ’ από μίση!

Ένα κόκκινο σπίτι σ’ αυλή με πηγάδι… 
και μια δράνα γιομάτη τσαμπιά κεχριμπάρι… 
 νοικοκύρης καλός να γυρνάς κάθε βράδυ, 
το χρυσό, σιγαλό και γλυκό σαν το λάδι.

Κι άμ’ ανοίγεις την πόρτα με πριόνια στο χέρι,
με τα ρούχα γεμάτα ψιλό ροκανίδι,
(άσπρα γένια, άσπρα χέρια) η συμβία περιστέρι
 ν’ ανασαίνει βαθιά τ’ όλο κέδρον αγέρι.

Κι αφού λίγο σταθείς και το σπίτι γεμίσει
τον καλό σου τον ίσκιο, Πατέρα κι Αφέντη,
η ακριβή σου να βγάνει νερό να σου χύσει, 
ο ανυπόμονος δείπνος με γέλια ν’ αρχίσει.

 Κι ο κατόχρονος θάνατος θα ’φτανε μέλι 
και πολλή φύτρα θ’ άφηνες τέκνα κι αγγόνια 
καθενού και κοπάδι, χωράφι κι αμπέλι,
τ’ αργαστήρι εκεινού, που την τέχνη σου θέλει.

Κατεβάζω στα μάτια τη μαύρην ομπόλια,
 για να πάψει κι ο νους με τα μάτια να βλέπει… 
Ξεφαντώνουν τ’ αηδόνια στα γύρω περβόλια, 
  λεϊμονιάς σε κυκλώνει λεπτή μοσκοβόλια.

Φεύγεις πάνω στην άνοιξη, γιε μου καλέ μου,
Άνοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν έχεις. 
 Η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιε μου, 
δε μιλάς, δεν κοιτάς, πώς μαδιέμαι, γλυκέ μου!

Καθώς κλαίει, σαν της παίρνουν το τέκνο, 
η δαμάλα, ξεφωνίζω και νόημα δεν έχουν τα λόγια. 
Στύλωσέ μου τα δυο σου τα μάτια μεγάλα: 
 τρέχουν αίμα τ’ αστήθια, που βύζαξες γάλα.

Πώς αδύναμη στάθηκε τόσο η καρδιά σου 
στα λαμπρά Γεροσόλυμα Καίσαρας νά μπεις!
Αν τα πλήθη αλαλάζανε ξώφρενα (αλιά σου!) 
δεν ηξέραν ακόμα ούτε ποιό τ’ όνομά σου!

 Κει στο πλάγι δαγκάναν οι οχτροί σου τα χείλη…
Δολερά ξεσηκώσανε τ’ άγνωμα πλήθη 
κι όσο ο γήλιος να πέσει και νά ’ρθει το δείλι,
το σταυρό σου καρφώσαν κι οχτροί σου κι οι φίλοι.

Μα γιατί να σταθείς να σε πιάσουν! Κι ακόμα, 
σα ρωτήσανε: «Ποιός ο Χριστός;» τί ’πες «Νά με»!
Αχ! Δεν ξέρει, τί λέει το πικρό μου το στόμα!
Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σ’ έμαθ’ ακόμα! 



Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

Συγχώρα με, Αγάπη μου,που ζούσα πριν να σε γνωρίσω, Τάσος Λειβαδίτης


Συγχώρα με, αγάπη μου, που ζούσα πριν να σε γνωρίσω

Ήξερες να δίνεσαι αγάπη μου... 
Δινόσουνα ολάκερη 
και δεν κράταγες για τον εαυτό σου 
παρά μόνο την έγνοια 
αν ολάκερη έχεις δοθεί... 

Όλα μπορούσανε να γίνουνε 
στον κόσμο αγάπη μου 
τότε που μου χαμογελούσες... 

Γιατί πριν μπεις ακόμα στη ζωη μου 
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρα μου 
αγαπημένη μου... 

Μα και τι να πει κανείς... 
Όταν ο κόσμος είναι τόσο φωτεινός 
και τα μάτια σου τόσο μεγάλα.. 
Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου 
έζησα όλη τη ζωή... 

Θα ξαναβρεθούμε μια μέρα 
και τότε όλα τα βράδια 
κι όλα τα τραγούδια θάναι δικά μας... 

Θά 'θελα να φωνάξω τ'ονομά σου,αγάπη, 
μ' όλη μου τη δύναμη... 
Να το φωνάξω τόσο δυνατά 
που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο, 
καμιά ελπίδα να μη πεθάνει... 

Θεε μου πόσο ήταν όμορφη 
σαν ένα φωτισμένο δέντρο 
μια παλιά νύχτα των Χριστουγέννων 
Συγχώρα με, αγάπη μου, 
που ζούσα πριν να σε γνωρίσω... 

Μισώ τα μάτια μου, 
που πια δεν καθρεφτίζουν το χαμόγελό σου... 
Θα σ' ακούω σαν τον τυφλό που κλαίει, 
ακούγοντας μακριά τη βουή μιας μεγάλης γιορτής 
σ' αναζητάω σαν τον τυφλό, 
που ψάχνει να βρει το πόμολο της πόρτας 
σ'ενα σπίτι που' πιασε φωτιά, 
α, για να γεννηθείς εσύ 
κι εγώ για να σε συναντήσω 
γι αυτό έγινε ο κόσμος... 

Κι εσύ, αγαπημένη, όταν με διώχνεις, 
κλείνεις έξω απ' την πόρτα σου 
έναν ολάκερο πικραμένο κόσμο... 

Κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον, 
είμαστε κιόλας νεκροί... 

Αν βρουν έναν άνθρωπο νεκρό 
έξω απ' την πόρτα σου, 
εσύ θα ξέρεις, 
πως πέθανε σφαγμένος 
απ' τα μαχαίρια του φιλιού, 
που ονειρευότανε για σένα... 

Ποδοπάτησε με, 
να έχω τουλάχιστον την ευτυχία 
να μ'αγγίζεις...


Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014

Ένα σαλιγκάρι που έχει πολλά να μας πει


            Μια και η κουβέντα στα σχόλια της προηγούμενης ανάρτησης μάς πήγε στα παραμύθια και στην παραμυθία που αυτά μπορούν να προσφέρουν, ας γνωριστούμε  σήμερα με ένα από αυτά, που κυκλοφόρησε πρόσφατα και που ανήκει σ’ αυτή την αξιοθαύμαστη κατηγορία που διαβάζεται από μικρούς και συγκινεί και μεγάλους.
            Πρόκειται για το 
«Η ιστορία ενός σαλιγκαριού 
που ανακάλυψε τη σημασία της βαρύτητας», 
του χιλιανού Luis Sepùlveda, μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη και εξαιρετική εικονογράφηση Ειρήνης Ελευθεριάδη.

            Αλληγορία, βέβαια, αλληγορία που δε χρειάζεται και φοβερές γνώσεις αποκωδικοποίησης χωρίς παράλληλα να είναι και απλοϊκή.
Να πώς αρχίζει:
            « Σ’ ένα λιβάδι κοντά στο σπίτι σου ή στο σπίτι μου, ζούσε μια αποικία σαλιγκαριών που δεν είχαν την παραμικρή αμφιβολία πως ο τόπος τους ήταν ο καλύτερος. Κανένα απ’ αυτά δεν είχε ταξιδέψει ως την άκρη του λιβαδιού, πόσο μάλλον ως τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο που άρχιζε ακριβώς στο σημείο όπου φύτρωνε το τελευταίο χορτάρι. Κι αφού δεν είχαν ταξιδέψει, δεν μπορούσαν να συγκρίνουν, οπότε αγνοούσαν ότι για τους σκίουρους ο καλύτερος τόπος ήταν τα ψηλότερα  κλαδιά της οξιάς, ενώ, για τις μέλισσες, οι ξύλινες κυψέλες που ήταν αραδιασμένες στην άλλη άκρη του λιβαδιού. Δεν μπορούσαν να συγκρίνουν, ούτε τα ένοιαζε, γιατί εκείνο το λιβάδι όπου, ποτισμένο απ’ τις βροχές, φούντωνε το λιονταρόδοντο, ήταν ο καλύτερος τόπος για να ζήσεις.»
            Έλα όμως που, ως συνήθως, σε κάθε κοινωνία σαλιγκαριών πάντα υπάρχει και ένα ανήσυχο σαλιγκάρι. Που θέλει «να μάθει και να μάθει από τους σπουδασμένους», που λέει κι ο Καβάφης. Κεφάλαιο2, λοιπόν:

« Το σαλιγκάρι που διψούσε να μάθει τους λόγους της βραδύτητας, ούτε αυτό είχε όνομα, κάτι που το προβλημάτιζε πολύ. Το θεωρούσε άδικο να μην έχει όνομα, κι όταν κάποιο απ’ τα πρεσβύτερα σαλιγκάρια  το ρωτούσε γιατί ήθελε να έχει όνομα, εκείνο, χωρίς να υψώσει τη φωνή, απαντούσε: ‘Γιατί ο χειμωνανθός λέγεται χειμωνανθός, κι έτσι, όταν βρέχει, ας πούμε, όλοι λέμε πως πάμε να προφυλαχθούμε κάτω απ’ τα φύλλα του χειμωνανθού. Μα και το νόστιμο λιονταρόδοντο λέγεται έτσι, λιονταρόδοντο, και γι’ αυτό, όταν πάμε να τσιμπήσουμε λίγο λιονταρόδοντο, δεν τρώμε τσουκνίδες κατά λάθος.»

            Το δικό του το όνομα του το δίνει μια χελώνα που συναντάει, όταν ξεκινάει το ταξίδι του για να μάθει τους λόγους της βραδύτητάς του. Μια χελώνα που ήξερε λίγο τους ανθρώπους και, βλέποντας το σαλιγκάρι να της κάνει τολμηρές ερωτήσεις, του είπε:
            « Όταν ένας άνθρωπος έχει τολμηρές ερωτήσεις, ας πούμε: « Είναι ανάγκη να πηγαίνουμε τόσο γρήγορα;» ή «Στ’ αλήθεια έχουμε όλα αυτά ανάγκη για να είμαστε ευτυχισμένοι;», τον λένε αντάρτη».
Τον βάφτισε, λοιπόν, Αντάρτη, το φίλο μας τον σαλίγκαρο.
Δε σταματάει εκεί το παραμύθι. Στο ταξίδι της γνώσης που έχει ξεκινήσει  το σαλιγκάρι μας θα μάθει για τον κίνδυνο που απειλεί το λιβάδι από την άσφαλτο που στρώνουν οι άνθρωποι, θα έρθει να ειδοποιήσει τα υπόλοιπα σαλιγκάρια, τα πρεσβύτερα θα το χλευάσουν και αρκετά από τα νεότερα θα το ακούσουν, για να ξεκινήσουν ένα ταξίδι προς τον τόπο της σωτηρίας τους, τη Χώρα του Λιονταρόδοντου, καθώς φαντάζονται. Ταξίδι – Οδύσσεια, με απώλειες, θυσίες, υπαναχωρήσεις, ελπίδες. Θα φτάσουν;
όλες οι εικόνες που συνοδεύουν την ανάρτηση είναι φωτογραφίες
από τα σχέδια του βιβλίου, που φιλοτέχνησε  η Ειρήνη Ελευθεριάδη

            Δε θα το μάθετε τώρα. Η απάντηση, πάντως, είναι απολύτως καβαφική – μια και τις προάλλες βλέπαμε τις επιρροές που έχει ασκήσει παγκοσμίως η Ιθάκη στην τέχνη και στη σκέψη των ανθρώπων.

            Λοιπόν, όχι μόνο τα παιδιά, όπως γράφατε σε προηγούμενα σχόλιά σας, αλλά και μεγάλοι – κυρίως μεγάλοι, θα έλεγα – έχουν ανάγκη από τα παραμύθια.

Πρόταση: Το παραμύθι είναι μικρό ( περίπου 70 μικρές σελίδες). Τι λέτε; Το παρουσιάζουμε σε μορφή θεατρικού αναλόγιου;

[ΣΗΜ: θεατρικό αναλόγιο: Η ανάγνωση ενός έργου που απευθύνεται σε κοινό, σε κάποιο ακροατήριο, από ηθοποιούς οι οποίοι δανείζουν στο κείμενο τη φωνή τους, αναδεικνύει τη ζωντάνια και την ιδιαιτερότητα της γραφής αυτής, χωρίς να προχωράει στη μορφή την οποία δημιουργεί η μεσολάβηση, το φίλτρο του σκηνοθέτη επάνω στη σκηνή.

Πέμπτη, 3 Απριλίου 2014

Τα ποιήματα κι εμείς



Τρία δικά σας μικρά κείμενα, σήμερα, με αφορμή δύο ποιήματα. Προέρχονται από το "τεστάκι" που κάναμε στο Β4, σχολιάζοντας διάφορα ποιήματα χωρίς καμία προηγούμενη προεργασία. Τα δύο πρώτα είναι για το ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη "Στο παιδί μου" και το τρίτο για το ποίημα "Φωνές", του Κ. Π.  Καβάφη. Χαρείτε τα: 
ο Μ. Αναγνωστάκης ζωγραφισμένος από τον Χρόνη Μπότσογλου (1982)

Μανόλη Αναγνωστάκη
Στο παιδί μου


Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια
Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί
Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο
Μα στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια
Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ
Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,
Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω
Oνόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.


Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.

Σχόλιο1 " Ο ποιητής θα με βρει σύμφωνη. Πιστεύω ότι πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά διότι τα παραμύθια που μας έλεγαν μικροί είχαν πάντοτε καλό τέλος. Όλοι ζούσαν καλά και ευτυχισμένοι ενώ στην πραγματική ζωή δεν είναι έτσι. Δεν υπάρχει πάντοτε «καλό τέλος» ούτε μένουν όλοι ευτυχισμένοι. Τα παιδιά πρέπει πλέον να είναι ρεαλιστές διότι θα απογοητευτούν στην πορεία γιατί ίσως με τα τόσα παραμύθια θα περίμεναν αλλιώς τις στιγμές της ζωής τους. Η ζωή όμως έχει δυσκολίες και πάρα πολλές απογοητεύσεις. Κάπου εκεί ανάμεσα  βρίσκεται η ευτυχία. Το τέλος, είναι ένα άλλο θέμα, πιο προσωπικό. Ένα πράγμα όμως που μας μάθαιναν τα παραμύθια είναι ότι  το «ευτυχισμένο τέλος» έρχεται μετά τις δυσκολίες, τις προσπάθειες και τις απογοητεύσεις." Βαρβάρα

Σχόλιο 2 " Πόσες γενιές δεν έχουν μεγαλώσει παρακαλώντας να ακούσουν ένα παραμύθι πριν κοιμηθούν! Αθώα παιδικά μυαλά που επεξεργάζονται όσα λέγονται στο παραμύθι και φαντάζονται πως η ζωή τους θα είναι όμορφη σαν κι αυτή που περιγράφεται. Το καλό και ευγενικό βασιλόπουλο που θα παντρευτεί την πανέμορφη πριγκίπισσα, οι οικογένειες που ζουν ενωμένες χωρίς προβλήματα, είναι μερικά από τα ψέματα που αφηγούνται καθημερινά οι μεγαλύτεροι στα παιδιά και τα ποτίζουν με ελπίδες και προσδοκίες που δυστυχώς δεν μπορούν να σταθούν στην πραγματικότητα!
Μα γιατί κανένας δε λέει την αλήθεια; Γιατί κανένας δε μιλάει για τα βιοποριστικά προβλήματα που θα συναντήσουμε μεγαλώνοντας, για τη μοναξιά, για τη λύπη; Μας επιτρέπουν να μεγαλώνουμε σε ένα δικό μας ψεύτικο κόσμο, που όταν θα φτάσουμε στο σημείο να ανακαλύψουμε πως δεν ισχύει η απογοήτευση και πολλές φορές η αγανάκτηση θα γίνουν ένα μ’ εμάς.
Μακάρι να ήμουν κι εγώ σαν το παιδί που περιγράφει ο Αναγνωστάκης... Να μην έφτανα στο σημείο να απογοητευτώ και να νιώθω πως οι φιλοδοξίες που είχα πέσαν στο κενό. Όμως αφού δεν μπόρεσα να το αποφύγω, ας το εκμεταλλευτώ  κι ας γίνω πιο δυνατή για το μέλλον. Είμαι βέβαιη πως θα το χρειαστώ!" Σ. 


Κ. Π. Καβάφη Φωνές

Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες
εκείνων που πεθάναν, ή εκείνων που είναι
για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους.

Κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε·
κάποτε μες στην σκέψι τες ακούει το μυαλό.

Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν
ήχοι από την πρώτη ποίησι της ζωής μας —
σα μουσική, την νύχτα, μακρυνή, που σβύνει. 



" Ο Κ. Καβάφης μέσα απ’ αυτό το ποίημα με κάνει να νιώθω τη νοσταλγία που μας προκαλούν τα άτομα που χάθηκαν από τις ζωές μας ή χάθηκαν τα ίδια από τη ζωή. Θαρρώ πως είναι πολύ σκληρός ο πόνος που προκαλεί η απουσία τους αλλά και δυνατή η χαρά και η ζεστασιά των αναμνήσεών  τους όταν επιστρέφουν στα όνειρα και τις σκέψεις μας σαν γλυκές μελωδίες που μαλακώνουν τις καρδιές μας. Πάντα βρίσκονται εκεί όσο κι αν λείπουν, όσο κι αν ξεθωριάζουν, ποτέ δε χάνονται. Μία υπενθύμιση της ζωής που είχαμε μαζί τους. Ζωγραφίζουν σκηνικά και ξαναζωντανεύουν, μέχρι να σβήσουνε ξανά, μέχρι να τα ανακαλέσει πάλι το μυαλό."

Στείλτε και τα δικά σας σχόλια, τις δικές σας σκέψεις, για τα ποιήματα.