Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Το παράπονο- Οδυσσέας Ελύτης

          

(Από το Παράπονο του Οδυσσέα Ελύτη) 
Αναρωτιέμαι μερικές φορές: είμαι εγώ που σκέφτομαι καθημερινά πως η ζωή μου είναι μία; Όλοι οι υπόλοιποι το ξεχνούν;
 Ή πιστεύουν πως θα έχουν κι άλλες, πολλές ζωές, για να κερδίσουν τον χρόνο που σπαταλούν;
Μούτρα. Ν' αντικρίζεις τη ζωή με μούτρα. Τη μέρα, την κάθε σου μέρα. Να περιμένεις την Παρασκευή που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή για να ζήσεις.

Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό, να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές. Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές. Να περιμένεις μεγάλες στιγμές.

Να μην τις επιδιώκεις, να τις περιμένεις. Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου.

Και να μη βλέπεις πως ακριβώς δίπλα σου συμβαίνουν αληθινές δυστυχίες που η ζωή κλήρωσε σε άλλους ανθρώπους.

Σ' εκείνους που δεν το βάζουν κάτω και αγωνίζονται. Και να μην μαθαίνεις από το μάθημά τους.

Και να μη νιώθεις καμία φορά ευλογημένος που μπορείς να χαίρεσαι τρία πράγματα στη ζωή σου, την καλή υγεία, δυο φίλους, μια αγάπη,
μια δουλειά, μια δραστηριότητα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς, ότι έχει λόγο η ύπαρξή σου.
    Να κλαίγεσαι που δεν έχεις πολλά.  Που κι αν τα είχες, θα ήθελες περισσότερα. 
  Να πιστεύεις ότι τα ξέρεις όλα και να μην ακούς.
    Να μαζεύεις λύπες και απελπισίες, να ξυπνάς κάθε μέρα ακόμη πιο βαρύς. Λες και ο χρόνος σου είναι απεριόριστος

      Κάθε μέρα προσπαθώ να μπω στη θέση σου. Κάθε μέρα αποτυγχάνω. Γιατί αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή. Και που η λύπη τους είναι η δύναμή τους.
Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους. Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα, γιατί δεν μαθαίνονται όλα. Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ. Για τους εαυτούς τους και για όσους αγαπούν. Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.


     Το παράπονο

Εδώ στου δρόμου τα μισά 
έφτασε η ώρα να το πω
άλλα ειναι εκείνα που αγαπώ 
γι' αλλού γι' αλλού ξεκίνησα


 Στα αληθινά στα ψεύτικα
το λέω και το ομολογώ
Σαν να’ μουν άλλος κι όχι εγώ
μες στη ζωή πορεύτηκα

Όσο κι αν κανείς προσέχει
όσο κι αν το κυνηγά
πάντα πάντα θα’ ναι αργά
δεύτερη ζωή δεν έχει.. 

(Πόσο σημαντικό είναι τελικά να αξιοποιούμε την κάθε μέρα και να αντιλαμβανόμαστε τη ζωή σαν δώρο αφού «δεύτερη ζωή δεν έχει»; )

Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

Μικροεμπνεύσεις..μέρος 2ο!

Καλησπέρα σας!Είπα να κάνω μια αναρτησούλα μιας και που τώρα τελευταία με τα διαγωνίσματα το παραμέλησα από πλευράς μου το ιστολόγιο..(συγνώμη κύριε Μάνεση.. :/ ). Σήμερα λοιπόν θα σας παρουσιάσω μια άλλη μου μικροέμπνευση! Την προηγούμενη φορά, μέσα από το κειμενάκι μου σας ξενάγησα στον παράδεισό μου, τα Αναφιώτικα!Σήμερα λοιπόν θα σας παρουσιάσω την ομορφιά που βρίσκω σε μικρές γωνιές της πόλης!Και πως την απαθανάτισα, μιας και που το τελευταίο καιρό μου αρέσει να βρίσκω την ομορφιά ακόμα και στα πιο στενάχωρα μέρη, μέσα από την φωτογραφία.



Κάτι που ανακάλυψα κοντά στο Γκάζι..



Ξέρετε, μου αρέσει να περνάω με το μηχανάκι από το κέντρο της Αθήνας... Βλέπω τη ζωή σαν φιλμ... Χιλιάδες αμάξια, το καθένα ακολουθεί το δικό του προορισμό, τη δικιά του καθημερινότητα… Χιλιάδες άνθρωποι, με τη δικιά τους προσωπικότητα ο καθένας, χιλιάδες πρόσωπα που κρύβουν τη δικιά τους ιστορία, χιλιάδες μάτια που κρύβουν τα δικά τους συναισθήματα… Ο καθένας με τη δικιά του ζωή, τις έγνοιες του, τα χρέη του, τις σκοτούρες του… Όλοι τρέχουν… να πληρώσουν τη ΔΕΗ, να προλάβουν το λεωφορείο, να κάνουν τα ψώνια του σαββατοκύριακου, να πάρουν το παιδί τους από το φροντιστήριο… Ο καθένας μόνος του… Βλέπουν την καθημερινότητα σαν βάσανο… Άλλη μια μέρα χωρίς λεφτά, άλλη μια μέρα γεμάτη δουλειά και στρες… Όλοι ζουν το σήμερα, μόνο και μόνο για να επιβιώσουν αύριο… Και όλοι ξεχνάνε… Ξεχνάνε να κοιτάξουν τον ουρανό, που μια μονάχα μέρα του χειμώνα, ντύθηκε στα μπλε, ξεχνάνε να κοιτάξουν τον ήλιο που ζεσταίνει και φωτίζει κάθε γωνία, κάθε σοκάκι της Πανεπιστημίου… 



                                           Και το χρώμα ,σε ένα τσιμεντένιο δάσος ,είναι παντού..

Ξεχνάνε να κοιτάξουν το βλασταράκι που φύτρωσε με τόση δύναμη σε κάποια εσοχή του πεζοδρομίου… που αυτό ζει κάθε μέρα της ζωής του… που διψάει για ζωή… ξεχνάνε να κοιτάξουν τα ξεραμένα φύλλα του πεζοδρομίου, που άμα τα πατήσεις, ακούς το γλυκό τραγούδι του χειμώνα… Ξεχνάνε να στολίσουν τα χείλη τους με το χαμόγελό τους… Ξέρετε… μπορεί κιόλας να προτιμώ αυτούς τους τρελούς που κυκλοφορούν χαμένοι στα στενά της Αθήνας… γιατί αυτοί τουλάχιστον, μπορεί να μιλάνε μόνοι τους και να κοιτάνε τον κόσμο περίεργα, αλλά ζουν στον κόσμο τους… που είναι γεμάτος λιακάδα, γεμάτος ξεραμένα φύλλα, γεμάτος βλασταράκια… γεμάτος ζωή…


                                           Παντού υπάρχει ομορφιά,αρκεί να το δούμε..


Εσείς ζείτε λοιπόν την ζωή κουταλιά κουταλιά; Σταματάτε ποτέ να κοιτάξετε τον ουρανό και να χαμογελάσετε; Και ας σας πούνε τρελό,  χαμογελάτε πάντα με αυτά που σας προσφέρει η ζωή και η καθημερινότητα;

Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

Συζητώντας για την αγάπη. Μια αφορμή από τον Josè Saramago


Ο «Φωταγωγός» αποτελεί ένα από τα πρώτα μυθιστορήματα  του βραβευμένου με Νόμπελ πορτογάλου συγγραφέα Ζοζέ Σαραμάγκου, που παρέμενε αδημοσίευτο για 60 περίπου χρόνια.
Στο τελευταίο του κεφάλαιο ο τσαγκάρης Σιλβέστρε έχει μια συνομιλία με το νεαρό Άμπελ περί αγάπης. Ας την παρακολουθήσουμε, επιλέγοντας κάποια αποσπάσματα και μετά, αν θέλετε, ας πάρουμε και εμείς θέση.

«Ο Σιλβέστρε έσπρωξε την καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι και κάθισε. Έβγαλε απ’ την τσέπη του γιλέκου τον καπνό και τα χαρτάκια κι έστριψε τσιγάρο. Κοίταξε τον Άμπελ μέσα απ’ το σύννεφο καπνού που σηκώθηκε και ψιθύρισε σαν να έπαιζε:
-Το κακό μ’ εσάς, Άμπελ, είναι ότι δεν αγαπάτε.(...) Δεν σας έτυχε ποτέ, περνώντας απ’ το δρόμο, να νιώσετε μια ξαφνική επιθυμία ν’ αγκαλιάσετε τους ανθρώπους που σας περιβάλλουν;
(...)
- Συγγνώμη αν σας πληγώνω, αλλά όλα αυτά είναι ουτοπία. Η ζωή είναι πάλη θηρίων, κάθε στιγμή, παντού. Είναι «ο σώζων εαυτόν σωθήτω» και τίποτε άλλο. Η αγάπη είναι το κήρυγμα των αδυνάτων, το μίσος είναι το όχημα των δυνατών. Μίσος για τους αντιπάλους, για τους συναγωνιστές, για τους υποψήφιους για το ίδιο κομμάτι ψωμί ή γη, ή για την ίδια πετρελαιοπηγή. Η αγάπη είναι μόνο για κοροϊδία, ή για να δίνει την ευκαιρία στους δυνατούς να ευχαριστιούνται τις αδυναμίες των αδυνάτων. Η ύπαρξη των αδυνάτων έχει το πλεονέκτημα να γίνεται αναψυχή, χρησιμεύει ως βαλβίδα ασφαλείας.



Ο Σιλβέστρε δε φάνηκε να εκτιμά τη σύγκριση. Έμεινε να κοιτάζει σοβαρός τον Άμπελ.(...)
-Σκέφτηκα πως, αφού δεν μπορώ να σας συμβουλέψω, μπορώ τουλάχιστον να σας πω πως η ζωή χωρίς αγάπη, η ζωή έτσι όπως την περιγράψατε πριν από λίγο, δεν είναι ζωή, είναι βόθρος, είναι οχετός!
Ο Άμπελ σηκώθηκε παρορμητικά:
-Έτσι ακριβώς είναι, μάλιστα! Και τι πρέπει να κάνουμε;
-Να την αλλάξουμε! απάντησε ο Σιλβέστρε, καθώς κι εκείνος σηκωνόταν.
-Πώς; Αγαπώντας τον πλησίον;
Το χαμόγελο του Άμπελ  έσβησε μπροστά στη σοβαρή έκφραση του Σιλβέστρε.
-Ναι, αλλά με μια αγάπη διαυγή και ενεργητική, μια αγάπη που να νικάει το μίσος.(...) Αν οι άνθρωποι μισούνται, τίποτα δεν μπορεί να γίνει. Θα είμαστε όλοι θύματα του μίσους. Θα σκοτώνουμε όλοι σε πολέμους που δεν επιθυμούμε και για τους οποίους δεν έχουμε ευθύνη. Θα βάλουν μπροστά στα μάτια μας μια σημαία, θα μας γεμίσουν τ’ αυτιά με λόγια. Και γιατί τελικά; Για να γεννήσουν το σπόρο ενός καινούργιου πολέμου, για να γεννήσουν νέα μίση, για να γεννήσουν νέες σημαίες και νέες λέξεις. Γι’ αυτό ζούμε; Για να κάνουμε παιδιά και να τα ρίχνουμε στη φωτιά;Για να χτίζουμε πόλεις και να τις γκρεμίζουμε; Για να επιθυμούμε την ειρήνη και να έχουμε πόλεμο;(...) Άμπελ! Ό,τι δεν χτίζεται πάνω στην αγάπη γεννά το μίσος!
-Κι η αγάπη θα τα λύσει όλα; ρώτησε ο Άμπελ, χαμογελώντας με θλίψη, όπου υπήρχε κι ένα ίχνος ειρωνείας.
-Δεν ξέρω. Είναι το μόνο πράγμα που δεν έχουμε δοκιμάσει...
-Και θα προλάβουμε;
-Ίσως. Αν όσοι υποφέρουν πειστούν πως αυτή είναι η αλήθεια, ίσως να προλάβουμε...
(...)
-Έχετε δίκιο, φίλε μου. Αλλά ίσως χρειάζεται να γίνει έτσι για πολύ καιρό. Η μέρα που θα μπορούμε να χτίσουμε πάνω στην αγάπη αργεί ακόμα.»
( σελ. 284-294)
" πάντα φτάνουμε εκεί που μας περιμένουν"
 - ένα γκράφιτι για τον αγαπημένο των πορτογάλων συγγραφέα
Λοιπόν, τι λέτε; Ρεαλιστής, ίσως, ο Άμπελ, και ονειροπόλος ο Σιλβέστρε; Μπορεί να ελπίσει κανείς στην αγάπη; Και πώς χτίζεται; Υπάρχει έδαφος πρόσφορο για την καρποφορία της;

Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2014

Οδυσσέας Ελύτης


Ο Οδυσσέας Ελύτης (2 Νοεμβρίου 1911 - 18 Μαρτίου 1996), φιλολογικό ψευδώνυμο του Οδυσσέα Αλεπουδέλλη, ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, μέλος της λογοτεχνικής γενιάς του '30. Διακρίθηκε το 1960 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης και το 1979 με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, ο δεύτερος και τελευταίος μέχρι σήμερα Έλληνας που τιμήθηκε με βραβείο Νόμπελ. Γνωστότερα ποιητικά του έργα είναι τα Άξιον Εστί, Ήλιος ο πρώτος, Προσανατολισμοί κ.α. Διαμόρφωσε ένα προσωπικό ποιητικό ιδίωμα και θεωρείται ένας από τους ανανεωτές της ελληνικής ποίησης. Πολλά ποιήματά του μελοποιήθηκαν, ενώ συλλογές του έχουν μεταφραστεί μέχρι σήμερα σε πολλές ξένες γλώσσες. Το έργο του περιλάμβανε ακόμα μεταφράσεις ποιητικών και θεατρικών έργων. Υπήρξε μέλος της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Έργων Τέχνης και της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Κριτικής, Αντιπρόσωπος στις Rencontres Internationales της Γενεύης και Incontro Romano della Cultura της Ρώμης.




Το θαλασσινό τριφύλλι


Μια φορά στα χίλια χρόνια 
του πελάγου τα τελώνια 
μες στα σκοτεινά τα φύκια 
μες τα πράσινα χαλίκια. 
Το φυτεύουνε και βγαίνει 
πριν ο ήλιος ανατείλει 
το μαγεύουνε και βγαίνει 
το θαλασσινό τριφύλλι. 

Κι όποιος το βρει δεν πεθαίνει 
Κι όποιος το βρει δεν πεθαίνει 

Μια φορά στα χίλια χρόνια 
κελαηδούν αλλιώς τ΄ αηδόνια. 
Δε γελάνε μήτε κλαίνε, 
μόνο λένε μόνο λένε. 
Μια φορά στα χίλια χρόνια 
γίνεται η αγάπη αιώνια. 
Να `χεις τύχη να `χεις τύχη 
κι η χρονιά να σου πετύχει. 

Το θαλασσινό τριφύλλι ποιος 
θα βρει να μου το στείλει. 
Ποιος θα βρει να μου το στείλει 
το θαλασσινό τριφύλλι.





Της αγάπης αίματα

Της αγάπης αίματα με πορφύρωσαν
Και χαρές ανείδωτες με σκιάσανε
Οξειδώθηκα μες στη νοτιά των ανθρώπων
Μακρινή Μητέρα, Ρόδο μου Αμάραντο

Στ’ ανοιχτά του πέλαγου με καρτέρεσαν
Με μπομπάρδες τρικάταρτες και μου ρίξανε
Αμαρτία μου να ’χα κι εγώ μιαν αγάπη
Μακρινή Μητέρα, Ρόδο μου Αμάραντο

Τον Ιούλιο κάποτε μισανοίξανε
Τα μεγάλα μάτια της μες στα σπλάχνα μου
Την παρθένα ζωή μια στιγμή να φωτίσουν
Μακρινή Μητέρα, Ρόδο μου Αμάραντο [...]



Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2014

Ένας ποιητής και μια έφηβη ανοίγουν την πόρτα στο φως

Θυμόσαστε στην Ανυπόταχτη πολιτεία του Γιάννη Ρίτσου; Ο ποιητής επιστρέφει από την εξορία εκεί, στις αρχές του 1950, και η πόλη του σε τίποτα δε θυμίζει την πόλη που άφησε. Γύρω του βλέπει συμβιβασμένους, βολεμένους, αμβλυμένες συνειδήσεις, κυριαρχούν η ξενοκρατία και η φαυλότητα. Γράφει ένα ποίημα που από τον τίτλο του κιόλας επιμένει στην εξύμνηση του ανυπόταχτου  χαρακτήρα της πόλης του, ένα ποίημα που ψιθυρίζει επίμονα για το όνειρο, για την ευθύνη, για την πίστη πως η δράση μας θα φέρει την ελπίδα.
Θυμόσαστε τους τελευταίους στίχους ( της δεύτερης ενότητας);

Ναι, θα τον ρίξουμε μια μέρα ανάσκελα τον πόνο.
 Ακούστε αυτό το τρίξιμο της πόρτας. Ελάτε
να βοηθήσουμε την πολιτεία που κοιλοπονάει τα μετάλλινα παιδιά
της.
Εσύ είμαι εγώ.
Εσύ κι εγώ, είμαστε εμείς.
Οι άξονες έχουν πολύ τεντωμένα τα νεύρα τους
κι έχουν πολλά τραγούδια που δεν τα ‘παν ακόμα.
Ποιος φταίει που λείπει το τραγούδι μας;
Εσύ κι εγώ κι εμείς.

Πολιτεία του κατραμιού και του θυμού και του ασβέστη, φταίμε
εμείς.
Ακούστε το τρίξιμο της πόρτας. Ελάτε.

Μας καλεί επίμονα να ακούσουμε την πόρτα που ανοίγει στο φως, στην ελπίδα, στο μέλλον, μας καλεί να ενώσουμε τα χέρια μας και να την ανοίξουμε όλοι μαζί.
η πίσω πόρτα στο ανακαινισμένο σπίτι του Γιάννη Ρίτσου στη Μονεμβασιά


Τι μου το θύμισε; Λίγες γραμμές που είχε γράψει η Ειρήνη Τριανταφύλλου, η φοιτήτρια που πρόσφατα σκοτώθηκε σε τροχαίο. Λίγες γραμμές που είχε γράψει πέντε χρόνια πριν, συμμετέχοντας στη Βουλή των Ελλήνων. Και που η εφηβική της ορμή ονειρευόταν μια ειρηνική επανάσταση που φτιάχνει έναν καλύτερο κόσμο. Μια επανάσταση που μας καλεί, στην τελευταία λέξη του κειμένου της, να «ακούσουμε», να συνταχτούμε, ίσως, μαζί της, να ανοίξουμε την ίδια πόρτα  στο φως.
Η φωνή ενός μεγάλου ποιητή και μιας έφηβης, καθώς δένονται στο κοινό όραμα.  Διαβάστε το τελευταίο τμήμα του κειμένου της:

" Τα όνειρά μου είναι η προϋπόθεση ή η βάση - αν θέλετε – της επανάστασής μου. 
Αφήστε με λοιπόν, να ονειρεύομαι.
Ονειρεύομαι μια γειτονιά, στενό δρομάκι και ζεστοί άνθρωποι. Χαμόγελα και πίκρες και χέρια που σ' αγκαλιάζουν και κάνουν περισσότερα τα πρώτα και λιγότερες τις δεύτερες.

 Ονειρεύομαι να «μάθω γράμματα, να γίνω άνθρωπος» όπως λέει και η γιαγιά μου. Να μάθω γράμματα, για να ανοίξει το μυαλό μου και τα μάτια της ψυχής μου και μ' αυτά να αντικρίζω τον κόσμο και τον άνθρωπο.

 Ονειρεύομαι να ασκήσω το επάγγελμα που μ' αρέσει, χωρίς να χρειαστεί να «φιλήσω κατουρημένες ποδιές» ή να περάσω από γραφεία πολιτικών, πολιτευόμενων, γραμματέων και γραμματικών.

Ονειρεύομαι να φτιάξω τη δική μου οικογένεια και να μεγαλώσω τα παιδιά μου με τις αρχές και τις αξίες που οι δικοί μου γονείς έδωσαν σε μένα, για να στηρίξω πάνω σ' αυτές την ψυχή μου, το μυαλό και τη ζωή μου.

Ονειρεύομαι να έχω δίπλα μου ανθρώπους αληθινούς, που θα μ' αγαπάνε και θα τους αγαπώ ελεύθερα και κατ' επιλογήν μου.

Ονειρεύομαι να μην ντρέπομαι ως πολίτης, να μη σκύβω το κεφάλι, αλλά να φιλοκαλώ μετ' ευτελείας και να ζω άνευ καχυποψίας.

Ονειρεύομαι να χρησιμοποιώ τη γλώσσα για να λέω «τα σύκα - σύκα και τη σκάφη - σκάφη» και όχι να «κρύβω λόγια".

Ονειρεύομαι μ' αυτές τις συντεταγμένες να δημιουργήσω το δικό μου κόσμο, τον μικρό και μέγα. Έχω κλείσει τα αυτιά μου στα κατηγορώ, στη δήθεν συμπάθεια, στη δήθεν επαναστατική διάθεση και ειλικρίνεια και ανιδιοτέλεια και δουλεύω - δουλεύω, για να κάνω τα όνειρά μου πραγματικότητα.

Η επανάστασή μου έχει αρχίσει...Την ακούτε;;"
Κυκλάμινο "στου βράχου τη σχισμάδα", στη Μονεμβασιά

Συγκινητικό υστερόγραφο: Η οικογένεια της Ειρήνης δώρησε τα όργανά της και τώρα ήδη δυο άνθρωποι βλέπουν τον κόσμο με τα  μάτια της. Αυτά τα μάτια που τόσο ποιητικά ήξεραν να ονειρεύονται

Εσείς για ποια όνειρά σας θα θέλατε να αγωνιστείτε να ανοίξουν οι πόρτες;


Σημ. Όλο το κείμενο της Ειρήνης Τριανταφύλλου εδώ

Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2014

Αναστασία Κορινθίου- "Σου τηλεφώνησα για ένα αντίο"



Καλησπέρα σας! Σήμερα πήρα την σκυτάλη εγώ και έτσι θα σας παρουσιάσω το βιβλίο της Αναστασίας Κορινθίου, "Σου τηλεφώνησα για ένα αντίο". Η Αναστασία με γνωρίζει από πολύ μικρή, μιας και που συμμετείχα στη μεταφορά του βιβλίου της "Για την καρδία ενός αγγέλου" σε τηλεοπτική σειρά. Άμα γνωρίσετε την Αναστασία θα δείτε πως έχει μια απίστευτα καθαρή ψυχή ,που όσο και να μεγαλώνει το σώμα της, η ψυχή της μένει ίδια με ενός μικρού παιδιού. Είναι πηγή ζωής και άμα καθίσετε τουλάχιστον μια ώρα μαζί της θα δείτε πόσο σε παρασέρνει να ζήσεις τη ζωή γουλιά γουλιά. Όπως λέει και στις παρουσιάσεις της, λοιπόν, να έχετε το κινητό κοντά σας, άμα χτυπήσει μη διστάσετε να το σηκώσετε, γιατί μπορεί επίσης να θελήσετε να πάρετε τηλέφωνο κάποιο αγαπημένο σας πρόσωπο, να του πείτε "σε αγαπάω", "μου λείπεις" , "συγνώμη". 
Αυτό το βιβλίο, μόνο που διάβασα αρχικά τον τίτλο και από πίσω την περίληψη, σαν να με φόβιζε να το διαβάσω. Μάλιστα το άφησα στην άκρη! Έλεγα, τόσα γίνονται, τόσα με έχουν κουράσει ψυχικά. Όμως, επειδή η Αναστασία ποτέ δε με απογοήτευε, αποφάσισα να το ξεκινήσω. Και μέχρι και την τελευταία σελίδα του, ένιωσα μια απερίγραπτη ζεστασιά και αισιοδοξία, η φωτιά μέσα στην καρδιά μου φούντωσε. Πόσο μάλλον, όταν έμαθα ότι τα έσοδα του βιβλίου θα πήγαιναν στο κοινωνικό παντοπωλείο της Ρόδου, όπου ζει και εργάζεται η συγγραφέας. 
Το βιβλίο λοιπόν, διηγείται την ιστορία του Νικόλα, που υπερχρεωμένος πια, βρίσκει τον εαυτό του στη Σύμη και αποφασίζει να δώσει τέλος στη ζωή του. Ποιοι θα απαντήσουν στο τελευταίο του τηλεφώνημα για ένα αντίο; Ποιοι απαντούν σε τηλεφωνήματα ζωής; Λίγο πριν το θάνατο...όλοι έχουν το δικαίωμα να ακουστούν αλλά και να ακούσουν... Το παρακάτω απόσπασμα είναι το αγαπημένο μου, γιατί κρύβει την αλήθεια που ίσως εμείς να αρνιόμαστε επανειλημμένα να δεχτούμε...



    Τα πιο επικίνδυνα παιχνίδια δεν είναι αυτά που παίζονται σε αλάνες μα μέσα στο μυαλό!
    Οι πιο σκοτεινοί διάδρομοι δεν είναι μέσα σε παλιά κτίρια μα μέσα σε σκέψεις ιδιαίτερες..
    Τα πιο ανήλιαγα πρωινά δεν τα είδα ακόμη το ξημέρωμα μα..άνθρωπος που δεν έχει δει με μάτια ψυχής.. 
    Τα πιο μαύρα βράδια δεν είναι αυτά που δεν έχουν φεγγάρι μα αυτά που χορεύουν οι αισθήσεις στην σκοτεινή πλευρά της σελήνης..
    Τα πιο πολύτιμα λόγια είναι αυτά που δεν θα πεις ποτέ..γιατί έχεις την πεποίθηση- έστω και λάθος- ότι είναι περιττό να μιλάς αν ο άλλος αφουγκράζεται την ομιλούσα σιωπή σου καλύτερα.. 
    Τα πιο τρυφερά χέρια είναι αυτά που έχει σκάψει η ζωή και έχουν..σκάψει με λέξεις σε χώμα σκληρό..απότιστο..στείρο..
    Τα πιο σκληρά χαστούκια είναι αυτά που κοκκίνισαν το μάγουλό σου από..ντροπή που οι άλλοι σε έντυσαν!
    Το πιο αδυσώπητο κυνηγητό είναι αυτό που παίζεις χρόνια τώρα με τον εαυτό σου..
    Την πιο βαθιά μοναξιά την νιώθεις ανάμεσα σε άλλους..
    Το πιο..κουτό κρυφτό είναι αυτό που παίζεις τώρα..
    Μέτρα..μέτρα σαν να μην υπάρχουν αριθμοί..
    Αν δεν υπάρχουν αριθμοί..δεν υπάρχει κόσμος..
    Αν δεν υπάρχει κόσμος δεν υπάρχει σύμπαν.. 
    Αν δεν υπάρχει σύμπαν δεν υπάρχει άλλη διάσταση..
    Αν δεν θες να δεις τον καθρέφτη...μην τον δεις...Μέτρα...
1..2..3..4..5..6..7
............φτου ξελευθερία μην περιμένεις να ακούσεις!!!!!!



Πόσο θάρρος θέλει να δώσεις τέλος στη ζωή σου ή πόση δειλία κρύβει αυτό; Ίδια με την αγάπη.. γιατί και η αγάπη και ο θάνατος..ίδιες απαιτήσεις έχουν! 
Σας συνιστώ ανεπιφύλακτα το βιβλίο της αγαπημένης μου Αναστασίας! 
Καλή Ανάγνωση!



Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2014

Jostein Gaarder, Το κορίτσι με τα πορτοκάλια



Λοιπόν... Αρχικά πρέπει να σας ομολογήσω πως πρόσφατα διάβασα το βιβλίο και πραγματικά συγκινήθηκα. Ο Jostein Gaarder σε αυτό το δημιούργημά του καταφέρνει να συνδυάσει μια γλυκιά ιστορία αγάπης με τους ισχυρούς δεσμούς της οικογένειας και συγκεκριμένα τους δεσμούς ενός πατέρα με τον μονάκριβό του γιο. Επειδή όμως, εδώ δεν έχω τη δυνατότητα να σας περιγράψω αναλυτικά την υπόθεση της ιστορίας, θα παραθέσω μια μικρή περίληψη και τα υπόλοιπα στην τάξη...


Η ιστορία ξεκινάει με την περιγραφή μιας οικογένειας που αποτελείται από τον Γκέοργκ, ο οποίος έχει χάσει τον πατέρα του, από τη μητέρα του, από τον πατριό του και από τη θετή αδερφή του. Όλη η οικογένεια λοιπόν, του μικρού Γκέοργκ στην αρχή του βιβλίου μαζεύεται για να βάλει σε τάξη τα πράγματα του πατέρα, που πριν 15 χρόνια έφυγε για το μακρύ ταξίδι. Τότε ανακαλύπτουν ένα γράμμα, που έχει στο φάκελο γραμμένο το όνομα του Γκέοργκ. Εκείνος ανεβαίνει γρήγορα στο δωμάτιό του για να το διαβάσει. Γρήγορα διαπιστώνει ότι είναι ένα γράμμα του πατέρα του, γραμμένο με τέτοιο τρόπο, σαν να βρίσκεται απέναντί του και να του μιλά. Στις σελίδες του γράμματος ο πατέρας του Γκέοργκ θα του αφηγηθεί την ιστορία για μια γυναίκα που είχε γνωρίσει πριν πολλά χρόνια. Ο Γκέοργκ, αφοσιωμένος, διαβάζει για τον έρωτα του πατέρα του προς την άγνωστη γυναίκα, τις προσπάθειές του να την προσεγγίσει, την αγωνία του να την κατακτήσει. Όσο περνά τις σελίδες, τόσο το ενδιαφέρον του μικρού αγοριού μεγαλώνει, για να καταλήξει σε μια όμορφη και συνάμα παραμυθένια αλήθεια...

Όπως καταλαβαίνετε δεν πρόκειται να σας αποκαλύψω το τέλος,  θα σας πω όμως πως ο νεκρός πατέρας του Γκέοργκ στο τέλος της ιστορίας του, του θέτει ένα σπουδαίο ερώτημα για τη ζωή. Του λέει "Τι θα αποφάσιζες αν είχες την επιλογή; Θα αποφάσιζες να ζήσεις μια ζωή εδώ στη γη για να σε πάρουν ύστερα από λίγα χρόνια χωρίς δικαίωμα επιστροφής; Ή θα έλεγες: “Όχι, ευχαριστώ;

Σε αυτήν την καθοριστική για τον καθένα από εμάς ερώτηση σας προσκαλώ να απαντήσετε, αφού πρώτα σκεφτείτε πως αυτήν την ερώτηση τη διατυπώνει ένας άνθρωπος, που λόγω της αρρώστιας του πεθαίνει, χάνοντας για πάντα την αγαπημένη γυναίκα του και το παιδί του.

Ανυπομονώ για τις απαντήσεις σας...


Σάββατο, 4 Ιανουαρίου 2014

Kυρία Κούπερ, είσαι ο καθρέφτης μου.Ένα αφήγημα για την αγάπη και το μίσος

Το δεύτερο από τα τρία βιβλία που προτείναμε για τις διακοπές των χριστουγέννων και που θα συζητήσουμε στις τάξεις είναι  η "Συγχώρεση", της Σώτης Τριανταφύλλου ( εκδ. Πατάκη). 

Ας δούμε πρώτα την υπόθεση: Κάπου στην αμερικάνικη πολιτεία του Τεννεσσί, η Στέλλα, ένα κοριτσάκι 10 χρονών, κόρη της Αντόνια και του Τζίμμυ, εξαφανίζεται. Έξι χρόνια μετά βρίσκεται το πτώμα της και συλλαμβάνεται ο δολοφόνος, ένας νεαρός 27 ετών που έχει δολοφονήσει και βιάσει ένα ακόμα κοριτσάκι. Προφυλακίζεται, δικάζεται και καταδικάζεται δις σε θάνατο,ποινή που εκτελείται αρκετά σύντομα, αφού δε θα ασκηθεί από τον ίδιο αίτηση για έφεση.
η συγγραφέας Σώτη Τριανταφύλλου

Την ιστορία την αφηγείται η μητέρα, η Αντόνια, μια γυναίκα που φαίνεται να εκφράζει τη μέση γυναίκα της αμερικάνικης αυτής πολιτείας. Παρακολουθούμε από κοντά τις ψυχικές της διακυμάνσεις, όπως η ίδια τις περιγράφει,  από τη στιγμή που η κόρη της εξαφανίζεται μέχρι που ... μέχρι που η ίδια θα φτάσει να συγχωρέσει μέσα της το δολοφόνο του ίδιου της του παιδιού. 
Ένα πρώτο επίπεδο, δηλαδή, του μικρού αυτού κειμένου, είναι το ψυχογραφικό. Πώς διανύει κανείς τη διαδρομή μέχρι το ακραίο σημείο στο οποίο έχει φτάσει η Αντόνια; 
Στην αρχή πανικός. "έκλαιγα με αναφιλητά κι έκανα εμετό και χτυπούσα το κεφάλι μου πάνω στο τραπέζι της κουζίνας (...)". Επίμονη και μάταια αναζήτηση επί μήνες. "διανύσαμε χιλιάδες μίλια, οργώσαμε όλο το δυτικό Τεννεσσή και κάμποσο απ' το ανατολικό". Αργότερα και όταν ο άντρας της την αφήνει και ζει με άλλη γυναίκα, προσπαθεί να ζήσει με την ιδέα. "Η Στέλλα ζούσε μέσα μου. Όχι στη φαντασία μου, μέσα μου. Είναι αρρώστια αυτό;", πιάνει δουλειά, τα βάζει με το θεό. "Υπήρχαν φορές που θύμωνα και με το Θεό. Ναι, τα 'βαλα με τον Θεό: γιατί να συμβεί αυτό σ' εμένα; Γιτί να συμβεί αυτό στη Στέλλα; Σε τι έφταιξα; Σε τι φταίξαμε;" Προσπαθεί να επιβιώσει, αν και "κάθε πρωί ξυπνούσα έκπληκτη γιατί επιζούσα και γιατί έκανα όλα τ' απαραίτητα", καθώς "η ελπίδα γερνούσε. Και μαζί της γερνούσα κι εγώ". 
από news247.gr
Ακόμα πιο ενδιαφέρουσα γίνεται η περιγραφή της εξέλιξης της ψυχικής κατάστασης της ηρωίδας από τη στιγμή που, 6 χρόνια μετά την εξαφάνιση, βρίσκεται το πτώμα της μικρής και συλλαμβάνεται ο δολοφόνος. Η πολύ πλούσια αυτή διαδρομή θα γεννήσει πολύ προβληματισμό στον αναγνώστη, θα προβάλουν πολλά θέματα για συζήτηση. 

Θα ήθελα, στη σημερινή μας ανάρτηση, αν μπορούσαμε, να συζητούσαμε ένα μόνο σημείο απ' αυτά. 
Η Αντόνια, η οποία έχει κάνει 2-3 επισκέψεις στη φυλακή για να δει το δολοφόνο της κόρης της και έχει ανταλλάξει 2-3 επιστολές μ'αυτόν ( είναι και ο μόνος άνθρωπος που έχει δείξει ενδιαφέρον - ο δολοφόνος είναι ένα "καμένο χαρτί" σε όλη του τη ζωή, ένας άνθρωπος που δε γνώρισε ποτέ την αγάπη), η Αντόνια, λοιπόν, έχοντας προσφέρει κάποια στοιχεία καλοσύνης  στο νεαρό, διαβάζει σε μια επιστολή του μελλοθάνατου τα εξής λόγια: " Μακάρι να ξανάρθεις. Αν σε ήξερα, δεν θα είχα κάνει κακό στη Στέλλα. μακάρι να ξανάρθεις και για έναν ακόμα λόγο. Εδώ δεν έχουμε καθρέφτες, δεν μπορούμε να δούμε τη μούρη μας παρά μόνο στις γυαλιστερές επιφάνειες. Κυρία Κούπερ, είσαι ο καθρέφτης μου." Αυτό θα ήθελα να συζητούσαμε. Τις σκέψεις σας γι' αυτό το απόσπασμα. 
χαρακτικό χριστόφορου κατσαδιώτη
Αλλά αν αυτό, μακριά από το κλίμα του βιβλίου, σας δυσκολεύει, μπορούμε τουλάχιστον να σημειώσουμε κάποιες πρώτες σκέψεις για το χαρακτήρα και τη φύση της θανατικής ποινής. Ποιες σκέψεις, ποια συναισθήματα σας προκαλεί η ύπαρξή της; Τι θα μπορούσε να σταθεί στον αντίποδα, ως αντιπρόταση;
( Το είχαμε πει: Ωραίο βιβλίο, με βαρύ όμως θέμα!). 
Ας κάνουμε, λοιπόν, μια μικρή αρχή και τα - πολλά - υπόλοιπα στην τάξη.)